Ο παππούς μου ο Στέφανος

Θα γιόρταζες σήμερα παππού, αν και δεν πίστευες σ' αυτά και καλά έκανες, σου λέω τώρα εγώ, που έχω γνωρίσει κάτι χριστιανούς "μπουμπούκια", παππού, αυτά που κοροϊδεύαμε. Κι όμως αυτή τη μέρα σε θυμάμαι λίγο περισσότερο από τις άλλες... Το όνομά σου, τα υπέροχα φωτεινά μπλε μάτια, που μόνο η μάνα στα πήρε, από τα έξι σου παιδιά. Μα πιο πολύ θυμάμαι αυτόν τον ακέραιο χαρακτήρα σου παππού μου, που με καθοδηγεί στη ζωή και δε μ' αφήνει να φερθώ σκάρτα ακόμη και σ' αυτούς που θα το άξιζαν. Εσύ ποτέ δεν εκδικήθηκες, παππού μου, ούτε κι αυτόν ακόμα το φασίστα γείτονα που καρφωτά σε έστειλε στην εξορία. Κι άφησες παιδιά πίσω και βασανίστηκες. Μετά γύρισες κι έκανες κι άλλα παιδιά. Και έπαθαν τα νεύρα της γιαγιάς, απ' τις πολλές γέννες και την ανέχεια. Εσύ τη φρόντιζες, σαν παιδί, παρότι δεν της άρεσαν τα ταξίδια, όπως άρεσαν σ' εσένα. Ήξερες πως χωρίς εσένα, ήταν καταδικασμένη και στάθηκες δίπλα της, όπως σου είχε σταθεί κι εκείνη, όταν τη χρειάστηκες. Α ρε παππού... μια χούφτα νερό να μας δώσει κάποιος όταν διψάμε, εκεί εμείς... μέχρι να του το ξεπληρώσουμε με ποτάμι. Πάντα ένα χάρτη είχες απλωμένο στο τραπέζι της κουζίνας. Ήθελες να πας στη Ρωσία. Σου άρεσαν και τα ρώσικα ρολόγια και τα γιουγκοσλάβικα αυτοκίνητα. Θυμάμαι που ήθελες να μου χαρίσεις το σιέλ Zastava, επειδή σε φρόντισα στο νοσοκομείο. Όμως, κάποιοι που όλα τα υπολογίζουν, δε σε άφησαν. Μη σκας παππού, δε μ' ένοιαξε σταλιά! Μου 'φτασε που το ήθελες εσύ. Πάντως να ξέρεις, Τίτο βάφτισα το σκύλο μας, έτσι για να γουστάρεις. Μάζευες και παλιά ραδιόφωνα και τα επιδιόρθωνες, σου άρεσε το μηχανηλίκι. Θυμάσαι το αγαπημένο μου παιχνίδι, που μαγνητοφωνούσα τη φωνή μου, κάνοντας δήθεν ραδιοφωνικές εκπομπές; Μηχανικός στα ναυπηγία στο Πέραμα και στα Λιπάσματα στη Δραπετσώνα. Μηχανικό παντρεύτηκα κι εγώ παππού... 


Από μικρή δεν ήθελα να κάνω παιδιά, το ξέρεις, ούτε να παντρευτώ ήθελα. Να χοροπηδάω και να κουτουλάω σαν το αγριοκάτσικο. Αυτό μ' άρεσε, θυμάσαι. Και ακόμη αυτό μ' αρέσει. Κι όταν μεγαλώσω τα παιδιά μου, αυτά θα κάνω πάλι. Όμως δεν το μετανιώνω, ακόμη και αν νιώθω λιγότερο ελεύθερη. Ακόμη και αν πνίγομαι ώρες ώρες. 

Παππού, δυστυχώς, ήσουν σπάνιος. Αν ζούσες σήμερα θα έβλεπες το φασισμό που πολέμησες με όλες σου τις δυνάμεις, να κυριαρχεί παντού και κυρίως στις συμπεριφορές των απλών ανθρώπων, χέσε τους πολιτικούς. Στο Κερατσίνι, δίπλα μας παππού, σφάξανε τον Παύλο (συνομήλικό μου)... οι φασίστες! Στη στήνουν παππού μου και σε πατάνε όπου σε βρουν, σε πουλάνε για πλάκα, σε εμπαίζουν και σε βγάζουν τρελό μετά, σε αδειάζουν και σου ρίχνουν και το φταίξιμο. Πάντα έτσι ήταν, θα μου έλεγες. Ναι παππού μου, αλλά γιατί; Γιατί τα γονίδια τα δικά σου να εξαφανίζονται και τα χαλασμένα να πληθαίνουν;
 


Φυλάω τον κλήρο που μου άφησες κι επειδή εμείς δεν πιστεύουμε σε μαλακίες, δε σου λέω φυσικά καλή αντάμωση. Σ' έχω μέσα μου, ζεις μέσα από εμένα και στα παιδιά μου μιλάω για σένα κι έτσι θα ζεις και μέσα από αυτά κι έτσι πάει...





Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές, θέλω να ξέρουν ότι σιγά μην κλάψω. Και για αυτές τις αγάπες τις παλιές, θέλω να ξέρουν ότι σιγά μην κλάψω. Κι όσοι μ' απείλησαν με πύρινα δεσμά, θέλω να ξέρουν ότι σιγά μη φοβηθώ. Να'ρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και σιγά μη φοβηθώ.



Στίχοι: Φώντας Λάδης Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει. Τι κρύβει μέσ’ στα δόντια του το ξέρω, καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι. Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν και χάνονται βαθιά στα περασμένα. Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, μα όχι και το μίσος του για μένα. Το φασισμό βαθιά καταλαβέ τον. Δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον. Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι, το κουρασμένο βήμα του το ξέρω και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει. Μα πάλι θέ ν’ απλώσει σαν χολέρα πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου, και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αντί συλλυπητηρίων

Κράτα το σόου Μαϊμού...