13 Απρ 2012

Άξιον εστί...


Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ΄ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.

Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.


Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.


Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ΄ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ΄ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ΄ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα


Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ΄ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ΄χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας.

Και θα ΄ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ΄ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν΄ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη.

Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!



Οδυσσέας Ελύτης

Ξανά στην Ταχρίρ οι Αιγύπτιοι | TVXS - TV Χωρίς Σύνορα

7 Απρ 2012

Μάρτιος

"Ήταν φανταγμένος και περιαυτολόγος·είχε την ιδέα πως ήταν καλύτερος απ' όλους,πως ήξερε πολύ περισσότερα πράγματα από μας.Όταν κανείς διαφωνούσε μαζί του στη συζήτηση,θύμωνε κι έλεγε λόγια προσβλητικά.Πήγαινε συχνά περίπατο μοναχός του κι έκανε τάχα πως δεν μας έβλεπε αν μας συναντούσε στο δρόμο"..."Συνήθως έλεγε πως θα σπούδαζε φυσικές επιστήμες για να γίνει μεγάλος εφευρέτης,άλλοτε όμως ήθελε να γίνει εμποροπλοίαρχος και να κάνει σ'όλη του τη ζωή το γύρο του κόσμου,άλλοτε πάλι μιλούσε για τέχνη.Τις γυναίκες έλεγε πως τις περιφρονούσε και πως ο έρωτας κι η ευτυχία είναι για τους μέτριους ανθρώπους."..."Είχε ένα βλέμμα βαθύ και λυπημένο που μπορούσε να σε συγκινήσει,όσο κι αν έμοιαζε ε γωιστής και καμιά φορά σκληρός.Ένιωθες πως τον βασάνιζε ακατάπαυστα κάποια αγωνία,κάποια οδυνηρή αμηχανία,κάποια λαχτάρα για κάτι που δεν το έβρισκε.Θαρρούσες πως ήθελε να πει τον πόνο του και δεν το κατόρθωνε,μην καταλαβαίνοντας κι ο ίδιος τι ήταν τέλος πάντων αυτός ο πόνος."..."Ήταν,ωστόσο,γεμάτος αντιφάσεις.Τα βαριότανε ξαφνικά όλα αυτά και τον έπιαναν κάτι συγκεχυμένες νοσταλγίες της θάλασσας,που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακρυά."..."Τότε έλεγε οι άνθρωποι ζούσαν σύμφωνα με τη φαντασία τους,ενώ εμείς χωρίσαμε τη φαντασία από τη ζωή·γι' αυτό υποφέρουμε ."..."Αυτό το είδος οι κουβέντες του με στενοχωρούσαν,μου μεταδίδανε κι εμένα ένα προαίσθημα δυσάρεστο κι ίσως νοσηρό.Δεν ήθελα όμως να τον εγκαταλείψω γιατί καταλάβαινα πως του έκανε καλό να μπορεί καμιά φορά να κλάψει κοντά σε κάποιον."..."Αυτός ασφαλώς ήταν πολύ μετανοημένος που με είχε καλέσει·το ένιωθα χωρίς να τον κοιτάζω.Τέτοιος ήταν,τον ήξερα καλά,πάντα μετανοημένος για τα λόγια του και τις πράξεις του,πάντα επιθυμώντας το αντίθετο από εκείνο που ζητούσε λίγο πριν."

"Η Ιφιγένεια είχε μάτια μεγάλα, δυσανάλογα ίσως με τα λοιπά χαρακτηριστικά της,βαθιά,ανήσυχα και λαμπερά από τα αντιφεγγίσματα μιας πρόωρης και εντατικής ψυχικής ζωής."..."Ήταν μια απλή,ασήμαντη ίσως ανθρώπινη φωνή,χαμένη μες την αέναη βοή της ζωής,που μου επιβαλλότανε όμως σαν μια υλική,μια χειροπιαστή πραγματικότητα,ενώ γύρω της αποκρυσταλλωνόντανε μονομιάς οι πιο άμεσες,οι πιο μεγάλες ανάγκες της ύπαρξής μου."..."Είναι παράξενος και σκοτεινός ο ρόλος που παίζουν στη ζωή μας οι φωνές των ανθρώπων,έτσι καθώς ρυθμίζουν κάποτε,χωρίς να το σκεφτόμαστε τους ψυχικούς προσανατολισμούς μας."

"Δεν ξέρω,σε ορισμένες στιγμές,αισθάνομαι ότι με αρπάζει ξαφνικά και με σέρνει μια δύναμη ανώτερη από τη λογική μου και τη θέλησή μου.Κι όχι μόνο εμένα,μα όλους τους δικούς μου,τον καθένα με τη σειρά του."..."Ένας δαίμονας παίζει μαζί μας - τι αστείο αλήθεια!Παίζει χωρίς σκοπό,μας παίρνει,μας αφήνει,μας ξαναπαίρνει,μας σπρώχνει πότε εδώ,πότε εκεί.Το κέφι του κάνει ο φαύλος - διασκεδάζει.Τίποτα δε θα βγει από όλα αυτά το ξέρω."..."Ύπάρχουν στιγμές,που έχω όρεξη να φτάσω στα έσχατα!"

"Τι ήταν εκείνο που με σταματούσε εκεί,μπροστά της,στο τελευταίο όριο του έρωτα και της χαράς;Τι ήταν εκείνο το απροσδιόριστο,μα τόσο επιβλητικό ξενικό στοιχείο στη φωνή της,στο βλέμμα της,στην ψυχή της,το στοιχείο αυτό που με γοήτευε και συνάμα με κρατούσε οριστικά σε απόσταση,σαν να σχημάτιζε τριγύρω της έναν αέρινο μα αδιάβατο φραγμό;Δεν ήταν βέβαια,σαν τόσα άλλα κορίτσια που είχα φιλήσει πολλές φορές στα αμπέλια και στους πευκώνες του νησιού μας.Ήταν κάτι άλλο,κάτι άλλο...Μα τι;"