Μαντάμ Μποβαρύ

Το ταξίδι στη Βομπισάρ είχε κάνει μια τρύπα στη ζωή της, με τον ίδιο τρόπο που η θεομηνία,σε μια και μόνη νυχτιά, ανοίγει σχισμές βαθιές στα βουνά. Αλλά υποτάχθηκε, ωστόσο, στην τύχη. Έκλεισε μ' ευλάβεια στον κομό της το ωραίο της φόρεμα, καθώς και τα ατλαζένια παπούτσια της, που η σόλα τους είχε κιτρινίσει από το γυαλιστερό κερί του παρκέτου. Η καρδιά της ήταν σαν εκείνα. Είχε ακροτριφτεί με τα πλούτη και απόμενε απάνω της κάτι που δε θα σβηνόταν.

Όσο λιγότερο ο Κάρολος καταλάβαινε αυτές τις πολυτέλειες, τόσο περισσότερο τον γοήτευαν. Πρόσφεραν κάτι στην ευχαρίστηση των αισθήσεών του και στη γλυκύτητα του σπιτιού του. Ήταν σαν χρυσή άμμος που έστρωνε ολόκληρο το στενό μικρό μονοπάτι της ζωής του.

Τότε έγραψε στη μητέρα του, για να την παρακαλέσει να 'ρθει, και έκαναν μαζί διάφορες συνομιλίες επάνω στο ζήτημα της ´Εμας. Τι ν' αποφασίσουν; Τι να κάνουν; Αφού αρνιόταν θεραπεία;
- Ξέρεις τι θα χρειαζόταν στη γυναίκα σου; έλεγε η μητέρα Μποβαρύ. Αναγκαστικές ασχολίες, δουλειές χειρονακτικές. Αν ήτανε, σαν τους άλλους αναγκασμένη να κερδίζει το ψωμί της, δε θα 'χε αυτούς τους καπνούς, αποτέλεσμα από ένα σωρό ιδέες που γεμίζει το κεφάλι της και από την αναδουλειά που την τρώει.

Υπάρχουν άλλες ωραιότερες. Αλλά εγώ ξέρω ν' αγαπώ καλύτερα. Είμαι η δούλα σου και η ερωμένη σου. Είσαι ο βασιλιάς μου, το είδωλό μου. Είσαι καλός. Είσαι ωραίος. Είσαι έξυπνος. Είσαι δυνατός.
Εκείνος είχ' ακούσει τόσο πολλές φορές αυτά τα πράγματα, που δεν του 'καναν πια καμιά εντύπωση. Η Έμα έμοιαζε σαν όλες τις ερωμένες, κι η γοητεία του καινούριου, πέφτοντας σιγά σιγά σαν ένα φόρεμα, άφηνε να φαίνεται η γύμνια της αιώνιας μονοτονίας του αισθήματος, που έχει πάντοτε τα ίδια σχήματα, την ίδια φρασεολογία. Επειδή χείλη πουλημένα ή άπιστα του είχαν ψιθυρίσει παρόμοιες φράσεις, δεν πίστευε παρά πολύ λίγο στην ειλικρίνειά τους. Συλλογιζόταν ότι θα έπρεπε να εμποδίζονται τα υπερβολικά λόγια που έκρυβαν αισθήματα μέτρια, χωρίς να παίρνει υπόψη του ότι κάποτε ο πλούτος της ψυχής ξεχειλίζει με τις πιο κούφιες αλληγορίες, αφού κανείς, ποτέ, δεν μπορεί να δώσει το μέτρο των αναγκών του, των αντιλήψεών του ή των πόνων του, κι αφού ο ανθρώπινος λόγος μοιάζει με ραγισμένη χύτρα, που πάνω της παίζουμε μελωδίες κατάλληλες για να χορεύουν αρκούδες, εντούτοις η θέλησή μας είναι να συγκινήσουμε τ' άστρα.
Αλλά, με την υπεροχή αυτή του κριτικού μυαλού, ο Ροδόλφος διέκρινε μέσα στο αίσθημα αυτό άλλες εκμεταλλεύσιμες απολαύσεις. Θεώρησε κάθε ντροπή ενοχλητική και μεταχειρίστηκε την Έμα χωρίς κανέναν απολύτως σεβασμό. Την έκανε κάτι το ελαφρό, το διεφθαρμένο.

Παίρνοντας, λοιπόν, στη χούφτα του τ' ανακατωμένα γράμματα, διασκέδασε λίγα λεπτά ρίχνοντάς τα σιγά από το δεξί στ' αριστερό. Τέλος βαρέθηκε και πήγε το κουτί στο ντουλάπι λέγοντας: "Πόσες ανοησίες!..."
Μέσα στη φράση αυτή υπήρχε ολόκληρη η σκέψη του. Οι απολαύσεις του, σαν μαθητές στην αυλή ενός σχολείου, είχαν ποδοπατήσει τόσο την καρδιά του, που δεν άνθιζε πια τίποτα εκεί, κι όποια περνούσε, πιο ζαλισμένη κι απ' τα παιδιά, δεν άφηνε καν, όπως εκείνα, τ' όνομά της χαραγμένο σε κάποιο τοίχο.

´Επειτα, όταν ησύχασε λίγο, ανακάλυψε ότι δίχως άλλο τον είχε συκοφαντήσει. Η κακολογία, όμως, εκείνων που αγαπούμε μας απομακρύνει πάντοτε, έστω και λίγο, απ' αυτούς. Δεν πρέπει να αγγίζουμε τα είδωλα. Το χρύσωμά τους μας μένει στα χέρια.

Αλλά δεν υπήρχε κάπου ένας άνθρωπος δυνατός και ωραίος, μια φύση γενναία, γεμάτη ενθουσιασμό και λεπτότητα μαζί, μια καρδιά ποιητή κάτω από τη μορφή ενός αγγέλου, μια λύρα με χάλκινες χορδές που να αντηχούν προς τους ουρανούς ελεγειακά, επιθαλάμια; Γιατί άραγε, η τύχη δε βοηθούσε να τον βρει; Ω, πόσο ήταν αδύνατο!
Εξάλλου δε θα ωφελούσε σε τίποτα αν άρχιζε να αναζητά. Όλα την απατούσαν. Κάθε χαμόγελο έκρυβε ένα χασμουρητό ανίας, κάθε χαρά μια κατάρα, κάθε ηδονή την αηδία της, και τα καλύτερα φιλιά δεν άφηναν πάνω στα χείλη της παρά έναν απραγματοποίητο πόθο μιας ανώτερης ηδονής.

-Δεν έχω το ποσό αυτό, αγαπητή κυρία.
Δεν έλεγε καθόλου ψέματα. Αν είχε, χωρίς αμφιβολία θα της έδινε, μολονότι είναι πάντοτε δυσάρεστο να κάνει κανείς τέτοιες αγαθοεργίες. Μια χρηματική αίτηση είναι, απ' όλες τις θύελλες που χτυπούν τον έρωτα, η πιο ψυχρή και κείνη που φέρνει περισσότερο το ξερίζωμα.

Στις διάφορες πόλεις της περιφέρειας εκείνης έβλεπε κανείς να φοριούνται συχνά όσα εκείνος συνήθιζε και προπάντων το μακρύ μάλλινο πανωφόρι και τα πλατιά μαύρα σακάκια, που τα ακούμπωτα μανικέτια σκέπαζαν λίγο τα εύσαρκα χέρια του, ωραιότατα χέρια, που δε φορούσαν ποτέ γάντια, ίσως για να είναι περισσότερο έτοιμα να βυθιστούν μέσα στις φτώχειες και τις αρρώστιες. Περιφρονούσε τα παράσημα, τους τίτλους και τις ακαδημίες, φιλόξενος, φίλος της ελευθερίας, πατρικός στους φτωχούς και ενάρετος δίχως να πιστεύει στην αρετή, θα περνούσε για πραγματικός άγιος αν η λεπτότης του πνεύματός του δεν τον έκανε να τον φοβούνται σα δαίμονα. Το βλέμμα του, πιο κοφτερό κι απ' αυτά τα νυστέρια του, έμπαινε κατευθείαν μέσα στην ψυχή και παρέλυε κάθε ψέμα ή πρόφαση ή σεμνοτυφία. Και πήγαινε έτσι γεμάτος από τη μακρόθυμη εκείνη μεγαλοπρέπεια που δίνει η συνείδηση μιας μεγάλης ικανότητας, ο πλούτος και σαράντα χρόνια μιας άσπιλης ζωής μέσα στη δουλειά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κράτα το σόου Μαϊμού...

Wassily Kandinsky