Ποιος ήταν ο Clarence Harry Willcock;

Οι ταυτότητες ξαναέγιναν υποχρεωτικές κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με την Πράξη Εθνικής Εγγραφής του 1939. Μετά τον Πόλεμο η κυβέρνηση των Εργατικών του Clement Attlee, αποφάσισε να τις διατηρήσει.

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1950, ο Harry Willcockένας 54χρονος διευθυντής καθαριστηρίου στο Hadley Wood, ενώ οδηγούσε τον σταμάτησε ο αστυνομικός Harold Muckle στο Finchley του Λονδίνου και του ζήτησε να παρουσιαστεί με την ταυτότητά του στο αστυνομικό τμήμα εντός 48 ωρών. Αρνήθηκε δηλώνοντας ότι "είμαι Φιλελεύθερος και είμαι ενάντια σε αυτά τα πράγματα". Διώχθηκε με την Πράξη Εθνικής Εγγραφής του 1939 και καταδικάστηκε με το πρόστιμο των 10 σελινιών. Κατά τη διάρκεια της δίκης υποστήριξε ότι οι ταυτότητες δεν έχουν θέση σε καιρό ειρήνης.

Στη μετέπειτα προσφυγή, Willcock εναντίον Muckle, η ομάδα υπεράσπισης του Willcock αποτελούνταν από διακεκριμένους φιλελεύθερους, συμπεριλαμβανομένων των Archibald Pellow Marshall KC, Emrys Roberts MP, και Basil Wigoder, που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους δωρεάν. Ο δικαστής του κατώτερου δικαστηρίου δεν πείστηκε, αλλά στο δια ταύτα ο Ανώτατος Δικαστής Αγγλίας και Ουαλίας, Lord Goddard έδειξε συμπάθεια για την υπεράσπιση:
"Αυτή η Πράξη έγινε δια λόγους ασφαλείας, και όχι για τους λόγους, που τώρα χρησιμοποιείται. Το να χρησιμοποιούνται Πράξεις του Κοινοβουλίου, οι οποίες έγιναν εν καιρό πολέμου, όταν ο πόλεμος τελειώσει, εκτός εάν πρακτικά υπάρχει ακόμη μια κατάσταση πολέμου, μετατρέπει τους νομοταγείς σε παραβάτες, πράγμα εξαιρετικά ανεπιθύμητο. Επιπλέον, σε αυτή τη χώρα πάντα υπερηφανευόμασταν για τις καλές σχέσεις μεταξύ αστυνομίας και πολιτών και αυτή η πράξη τείνει να στρέψει τους πολίτες εναντίον της αστυνομίας."

Σαν αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης, ο Willcock έγινε διάσημος και ίδρυσε τον Σύνδεσμο Υπεράσπισης της Ελευθερίας που ήταν ενάντια στις ταυτότητες. Σε ένα δημόσιο κάλεσμα έσκισε την ταυτότητά του μπροστά από το National Liberal Club, εμπνέοντας τον Απρίλιο του 1951 μια παρόμοια πράξη από την Ένωση Βρετανίδων Νοικοκυρών έξω από το Κοινοβούλιο.

Μετά την ήττα των Εργατικών στις γενικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1951, η επερχόμενη κυβέρνηση των Συντηρητικών του Winston Churchill είχε δεσμευτεί να απαλλαγεί από το κίνημα 'to set the people free', σύμφωνα με τα λόγια ενός υπουργού. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1952, ο Υπουργός Υγείας, Harry Crookshank, ανακοίνωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι οι εθνικές ταυτότητες πρόκειται να καταργηθούν. Αυτή ήταν μια λαοφιλής κίνηση κόντρα στις επιθυμίες της αστυνομίας και των υπηρεσιών ασφαλείας.

Όταν οι ταυτότητες καταργήθηκαν, ο Willcock έλαβε εκατοντάδες κάρτες μέσω ταχυδρομείου που τον καλούσαν σε διάφορες φιλανθρωπικές δράσεις.
Ο Willcock ήταν ο Φιλελεύθερος υποψήφιος του Barking το 1945 και το 1950. Ήρθε τρίτος και στις δύο αναμετρήσεις, χάνοντας την εγγύηση του το 1950. Είχε διατελέσει νωρίτερα σύμβουλος και δημόσιος λειτουργός στο Horsforth, Leeds.
Ο Willcock γεννήθηκε στο AlverthorpeWakefield, του Yorkshire, στις 23 Ιανουαρίου του 1896, γιος του Harry Cruickshank, γέννημα θρέμα του Leeds που εργαζόταν ως έμπορος υφασμάτων, και της Ella Brooke, της οποίας η οικογένεια λειτουργούσε μια βιοτεχνία χονδρικής. Πέθανε αναπάντεχα σε μια συνάντηση του Eighty Club στο Reform Club.Λέγεται ότι η τελευταία λέξη που ακούστηκε από τα χείλη 
του ήταν Ελευθερία.

Κινήματα ταυτοτήτων υπήρξαν πριν από αυτό του Willcock στην Αγγλία, αλλά και μετά από αυτό. 

Οι ταυτότητες εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, σαν ένας τρόπος αύξησης της ασφάλειας σε μια εποχή επείγουσας εθνικής ανάγκης. Αλλά εισπράχθηκαν σαν απειλή των πολιτικών ελευθεριών και εγκαταλείφθηκαν όταν ο πόλεμος τελείωσε.

Επανεμφανίστηκαν το 1939, ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο, και με την ίδια αποστροφή από τον λαό. Παρ όλες τις ενστάσεις όμως, η κυβέρνηση των Εργατικών του Clement Attlee αποφάσισε να τις διατηρήσει, ενόψει του Ψυχρού Πολέμου και της Σοβιετικής απειλής, μέχρι το 1952 που όπως είπαμε παραπάνω τις κατάργησε ο Winston Churchill.

Πολλά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν πρόσφατα εναντίον των ταυτοτήτων, είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν εναντίον των διαβατηρίων, που ουσιαστικά είναι ταυτότητες με άλλο όνομα.

Η πρώτη αναφορά ενός είδους διαβατηρίου που να μοιάζει με τα σημερινά, ήταν στο Παλαιό Δικαστήριο, στο οποίο ο Nehemiah προσκόμισε ένα γράμμα από τον Κύριό του, τον Βασιλιά της Περσίας, που απευθυνόταν στους "κυβερνήτες της επαρχίας πέραν του ποταμού", ζητώντας τους να παρέχουν στον κομιστή το ασφαλέστερο δυνατόν πέρασμα.

Τέτοιου είδους αποδεικτικό ταυτότητας επίσης αναφέρεται στο Ερρίκος ο 5ος του Shakespeare, όπου ο βασιλιάς, την παραμονή της Μάχης του Agincourt, ανακοινώνει στους ακόλουθους: "Αυτόν που δεν έχει τα κότσια να πολεμήσει, αφήστε τον να φύγει. Δώστε του το πασαπόρτι."

Αλλά κανένα από αυτά τα χαρτιά δε συνέδεε την ατομική ταυτότητα με την εθνική ταυτότητα, όπως κάνουν τα σύγχρονα διαβατήρια.Ήταν γράμματα ουσιαστικά για ασφαλές πέρασμα, τα οποία πρώτος ο βασιλιάς Ερρίκος εισήγαγε στην Αγγλία. Ήταν συνήθως γραμμένα στα λατινικά και στα αγγλικά, αλλά το 1772, η κυβέρνηση υιοθέτησε τη διεθνή γλώσσα της διπλωματίας, δηλαδή τα γαλλικά, και αυτό παρέμεινε ακόμη και όταν οι Βρετανοί πολεμούσαν τον Ναπολέων.

Η ιστορία των σύγχρονων διαβατηρίων, ουσιαστικά ξεκινά τις δεκαετίες μετά την ήττα της Γαλλίας το 1815.

Για πολλές ευρωπαϊκές μοναρχίες, οι οποίες επανιδρύθηκαν μετά την πτώση του Ναπολέοντα, τα διαβατήρια ήταν κυρίως για εσωτερική επιτήρηση, που επέτρεπαν στις αρχές να παρακολουθούν τους ανθρώπους που απειλούσαν την καθεστηκυία τάξη. Αντιθέτως για τους περισσότερους Βρετανούς, η κατοχή διαβατηρίου ήταν ένα σημάδι ότι ήταν ελεύθεροι να ταξιδέψουν όπου ήθελαν στον κόσμο και απεδείκνυαν επίσης ότι ήταν εξέχοντα πρόσωπα, καθώς τα βρετανικά διαβατήρια δίδονταν μόνο σε όσους γνώριζαν προσωπικά τον Γραμματέα Εξωτερικών, ή κάποιον γνωστό του.

Αλλά δε χρειαζόταν βρετανικό διαβατήριο αν ήθελες, για παράδειγμα να ταξιδέψεις στη Γαλλία. Είχε περισσότερο νόημα να πάρεις γαλλικό διαβατήριο από τη γαλλική πρεσβεία στο Λονδίνο, πράγμα σχετικά εύκολο.

Εκείνο τον καιρό δεν υπήρχε σύνδεση της ατομικής ταυτότητας με την εθνική και σαν αποτέλεσμα, το σύστημα μπορούσε εύκολα να απατηθεί. Αυτό συνέβει όταν το 1858, ένας Ιταλός επαναστάτης ο Count Felice Orsini ταξίδεψε στο Παρίσι με βρετανικό διαβατήριο και με το όνομα Thomas Allsop, και προσπάθησε να δολοφονήσει τον Αυτοκράτορα Ναπολέων III.

Η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής και ο Ορσίνι συνελήφθη, δικάστηκε και κρεμάστηκε, αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Υπήρξε ένα μεγάλο διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στη Βρετανία και στη Γαλλία και σαν αποτέλεσμα η κυβέρνηση του Lord Palmerston, καθαιρέθηκε από μία εχθρική ψηφοφορία στο κοινοβούλιο. Συνεπώς η έκδοση διαβατηρίων αυστηροποιήθηκε προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης σύνδεσης του ατόμου με την εθνικότητα. Στο μέλλον, τα βρετανικά διαβατήρια δίδονταν μόνο σε Βρετανούς πολίτες και εκδίδονταν τόσο στα αγγλικά όσο και στα γαλλικά.

Αυτό όμως δεν οδήγησε στην εξάπλωση των διαβατηρίων, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. και έως το 1914, δεν χρησιμοποιούνταν, τόσο στην Αγγλία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Με την επέκταση των σιδηροδρόμων, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι ταξίδευαν πέρα από τα εθνικά σύνορα, έμοιαζε αδύνατο να αντεπεξέλθουν στην έκδοση και στον έλεγχο των διαβατηρίων. Το αποτέλεσμα ήταν το 1861, μόνο τρία χρόνια μετά το επεισόδιο με τη Βρετανία, η Γαλλία να καταργήσει τα διαβατήρια και πολλά άλλα κράτη την ακολούθησαν. Μέχρι το 1900, οι μόνες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που επέμεναν στα διαβατήρια για τους ιθαγενείς τους που ταξίδευαν στο εξωτερικό αλλά και για τους επισκέπτες τους, ήταν η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και οι δύο θεωρούνταν βαθιά αντιδραστικά καθεστώτα, περισσότερο ασιατικά παρά ευρωπαϊκά, και το γεγονός στο ότι επέμεναν για διαβατήρια δεν ήταν τυχαίο.

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος τα άλλαξε όλα αυτά, καθώς τα διαβατήρια έγιναν απαραίτητα για τα κράτη, τόσο για να αποτρέψουν την είσοδο ξένων πρακτόρων, όσο και για να προλάβουν τη μετανάστευση δικών τους ικανών πολιτών. Ο νόμος περί εθνικότητας και αλλοδαπών, πέρασε το 1914, και καθιέρωσε το πρώτο σύγχρονο βρετανικό διαβατήριο, από μια σελίδα που είχε σε οχτώ, με χάρτινο εξώφυλλο και τη φωτογραφία του κατόχου.

Ωστόσο τις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξής του, το παλιό βρετανικό μπλε διαβατήριο, περισσότερο το περιφρονούσαν παρά το εκτιμούσαν.
Ο Ernest Bevin, ο Γραμματέας Εξωτερικών της μεταπολεμικής κυβέρνησης των Εργατικών, είχε εκφράσει την επιθυμία να μπορέσει να ταξιδέψει από τη Victoria Station, σε οποιονδήποτε προορισμό στον κόσμο, χωρίς διαβατήριο.
Το 1949, κατά τη διάρκεια της θητείας του Bevin, αυτή η φράση του επαναλαμβανόταν σε ένα έργο του Ealing Comedy, με τίτλο Passport to Pimlico και πρωταγωνιστές τους Stanley Holloway και Margaret Rutherford. Η ταινία είναι μια διαμαρτυρία ενάντια στην υπέρμετρη παρεμβολή της κυβέρνησης στις ζωές καθημερινών ανθρώπων, καθώς το Pimlico ισχυρίζεται ότι ανήκει στο αρχαίο δουκάτο της Βουργουνδίας και δηλώνει την ανεξαρτησία του από τη Βρετανία, καταργεί έγγραφα και άλλους γραφειοκρατικούς περιορισμούς και καθιερώνει δικά του σύνορα  και σημεία ελέγχου διαβατηρίων.
Από τότε οι πιθανότητες να καταργηθεί το βρετανικό διαβατήριο έχουν εξαφανιστεί, ωστόσο έχει αλλάξει μορφή λόγω αυξημένων απαιτήσεων ασφάλειας και ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κράτα το σόου Μαϊμού...

Εργοστάσιο Σφηκών

I'm guided by the Beauty of our Weapons