Paul Klee

Ο Πάουλ Κλέε (γερμανικάPaul Klee) γεννήθηκε σαν σήμερα το 1879. Ήταν Γερμανός ζωγράφος. Μολονότι δεν εντάχθηκε επισήμως σε καμία σχολή ή κίνημα, το έργο του είχε σημαντική συμβολή στη διαμόρφωση των περισσοτέρων καλλιτεχνικών τάσεων της μοντέρνας τέχνης, ενώ υπήρξε και δάσκαλος στη σχολή Μπαουχάους (Bauhaus). Άφησε συνολικά περισσότερα από 9.000 έργα, μεταξύ αυτών υδατογραφίες, χαρακτικά και σχέδια, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων φιλοξενείται σήμερα στο Κέντρο Πάουλ Κλέε της Βέρνης.


Το Κόκκινο Μπαλόνι
 Από νωρίς, ο Πάουλ Κλέε ήρθε σε επαφή με την μουσική και τη ζωγραφική. Ξεκίνησε να παίζει βιολί σε ηλικία επτά ετών, επιδεικνύοντας τέτοιες ικανότητες ώστε στα έντεκά του χρόνια να αποτελεί μέλος της ορχήστρας της Μουσικής Εταιρείας της Βέρνης. Παράλληλα διέθετε κλίση στη ζωγραφική, αν και οι γονείς του μάλλον δεν τον ενθάρρυναν προς αυτή τη κατεύθυνση. Ο ίδιος ωστόσο επέλεξε να ασχοληθεί τελικά με τη ζωγραφική παρά τις ενστάσεις τους αποτυπώνοντας το γεγονός αυτό στα ημερολόγια του γράφοντας "Θα είχα παρατήσει το σχολείο ευχαρίστως ένα χρόνο πριν αποφοιτήσω αλλά έμεινα για χάρη των γονιών μου [...] δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο παρά να ζωγραφίζω και να γράφω, ό,τι δηλαδή μου είχαν απαγορεύσει". Τον Οκτώβριο του 1888 μετακόμισε στο Μόναχο με σκοπό να εγγραφεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, ωστόσο τελικά δεν έγινε δεκτός. Παρά το γεγονός αυτό, παρέμεινε στο Μόναχο για τα τρία επόμενα χρόνια, σπουδάζοντας σχέδιο στην ιδιωτική σχολή του Χάινριχ Κνιρ. Τον Οκτώβριο του1900, έγινε δεκτός στην τάξη του Γερμανού ζωγράφου Φραντς φον Στουκ, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, ωστόσο σύντομα εγκατέλειψε το μάθημά του. Τον επόμενο χρόνο επισκέφτηκε για λίγους μήνες την Ιταλία, μαζί με τον συμφοιτητή του στο Μόναχο Χέρμαν Χάλερ. Εκεί μελέτησε το έργο των σπουδαιότερων Ιταλών ζωγράφων και επισκέφτηκε τη Φλωρεντία και τη Νάπολη. Αργότερα επέστρεψε στη Βέρνη, όπου ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα ανατομίας (ειδικά για καλλιτέχνες) και ζωγραφικής.

Τον Ιούλιο του 1903 άρχισε να επεξεργάζεται μία σειρά χαρακτικών υπό τον γενικό τίτλο Επινοήσεις (Inventionen), που υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα έργα του. Ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1905 και σε αυτή τη σειρά αποτυπώνεται ο πειραματισμός του Κλέε σχετικά με την επεξεργασία του γυαλιού. Ο ίδιος περιέγραψε την τεχνική του στις ημερολογιακές καταγραφές του: αρχικά κάλυπτε το γυαλί ψεκάζοντάς το με ένα στρώμα τέμπερας λευκού χρώματος ώστε να είναι λείο και στη συνέχεια το χάραζε με μία βελόνα. Μετά τη στερεοποίηση του σχεδίου, κάλυπτε την πίσω πλευρά με μαύρο ή άλλο χρώμα. Οι Επινοήσεις παρουσιάστηκαν δημόσια στην έκθεση της Απόσχισης του Μονάχου, τον Ιούνιο του 1906.

Το 1911 υπήρξε χρονιά κατά την οποία πραγματοποίησε σημαντικές επαφές με άλλους καλλιτέχνες, όπως τον Αουγκούστ Μάκε και κυρίως το Βασίλι Καντίνσκι, ο οποίος τον σύστησε σε αρκετούς ζωγράφους της Νέας Καλλιτεχνικής Ένωσης του Μονάχου (Neue Künstlevereinigung Mϋnchen), μεταξύ των οποίων βρίσκονταν ο Φραντς Μαρκ και ο Αλεξέι φον Γιαβλένσκι

Τον Απρίλιο του 1914, ο Κλέε ταξίδεψε στη Τυνησία, μαζί με τον Αουγκούστ Μάκε και τον Λουί Μουαγιέ. Το ταξίδι αυτό υπήρξε καθοριστικό στην εξέλιξη του έργου του, καθώς κατά τη διάρκεια του πειραματίστηκε με τη χρήση των χρωμάτων. Στις 16 Απριλίου ολοκλήρωσε τον πίνακα με τίτλο Μπροστά στις πύλες του Καϊρουάν και την ίδια ημέρα σημείωσε στο ημερολόγιο του: "Το χρώμα και εγώ είμαστε ένα. Είμαι ζωγράφος". Πραγματοποίησε αρκετές υδατογραφίες με κύριο χαρακτηριστικό την ποικιλία του χρώματος. Χρησιμοποιούσε πολλαπλά στρώματα χρώματος και για την απόδοση των αντικειμένων επιχειρούσε τη χρήση βασικών μόνο γεωμετρικών σχημάτων, αποσκοπώντας σε μία περισσότερο αφαιρετική γραφή.

Στις 29 Οκτωβρίου του 1920, ο διευθυντής της σχολής του ΜπαουχάουςΒάλτερ Γκρόπιους, πρότεινε επίσημα στον Κλέε να διδάξει στη σχολή της Βαϊμάρης. Εκείνος δέχτηκε τον διορισμό του στις αρχές του 1921 καθώς ήταν ταυτισμένος με τις γενικές αρχές και ιδέες του Μπαουχάους. Παρέμεινε στη σχολή για περίπου δέκα χρόνια και την εγκατέλειψε το 1930, έπειτα από πρόταση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Ντύσελντορφ να διδάξει εκεί. Στην Ακαδημία διέθετε λιγότερους μαθητές και απαλλαγμένος από οικονομικές έγνοιες είχε τη δυνατότητα να αφιερωθεί στο καλλιτεχνικό του έργο.

Με την άνοδο του ναζισμού, ο Κλέε έχασε την θέση του στην Ακαδημία. Σύμφωνα με το νόμο που απέκλειε από τις δημόσιες υπηρεσίες και θέσεις όσους δεν ανήκαν στην άρεια φυλή, υποχρεώθηκε να αποδείξει την καταγωγή του. Παρά το γεγονός πως κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα δεν κατάφερε να διατηρήσει τελικά τη θέση του καθηγητή καθώς κρίθηκε ικανός για μελλοντική δράση ενάντια στα συμφέροντα του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους, εξαιτίας του πολιτικού του παρελθόντος. Το φθινόπωρο του 1933, ο Κλέε εγκατέλειψε οριστικά το Ντύσελντορφ μαζί με την οικογένειά του, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσχέρειες. Το 1933, αποτέλεσε μία ιδιαιτέρως παραγωγική χρονιά για τον Κλέε, καθώς καταγράφονται σε αυτό το διάστημα συνολικά 482 έργα του. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει μία αυτοπροσωπογραφία του υπό τον τίτλο Von der Liste gestrichten,  που αναφέρεται εμφανώς στην διαγραφή του από την Ακαδημία αλλά και την καλλιτεχνική σκηνή της Γερμανίας γενικότερα, και απεικονίζει ένα μεγάλο Χ στο αριστερό μέρος του κεφαλιού.


Στις 23 Δεκεμβρίου του 1933, εγκαταστάθηκε στη Βέρνη όπου συνέχισε να ζωγραφίζει με πιο αργούς ρυθμούς. Δύο χρόνια αργότερα διοργανώθηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση, η οποία μεταφέρθηκε επίσης στις πόλεις της Βασιλείας και της Λουκέρνης. Την ίδια περίοδο ο Κλέε αρρώστησε σοβαρά. Αρχικά διαγνώστηκε ιλαρά αλλά τελικά διαπιστώθηκε πως έπασχε από σκληροδερμία μία σπάνια νόσο που συχνά επιφέρει το θάνατο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά το τέλμα που είχε παρατηρηθεί την προηγούμενη περίοδο στην καλλιτεχνική του παραγωγή, υπήρξε πολύ παραγωγικός ολοκληρώνοντας 489 έργα το 1938 και 1.254 το 1939, περισσότερα από κάθε άλλη χρονιά. Ένα από τα σημαντικότερα έργα της περιόδου αυτής αποτέλεσε ο πίνακας με τίτλο Η εξέγερση του υδραγωγείου, που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό έργο και συμβολή του Κλέε στον αγώνα κατά του φασισμού. O Κλέε φιλοτέχνησε τον πίνακα αυτό το 1937, την ίδια χρονιά που διοργανώθηκε η έκθεση "Παρακμιακής Τέχνης" από το ναζιστικό καθεστώς, η οποία περιλάμβανε 17 έργα του.

Ο Τυμπανιστής*
Πέθανε στις 29 Ιουνίου του 1940, στο Τιτσίνο της Ιταλίας όπου βρισκόταν για θεραπεία. Η τέφρα του μεταφέρθηκε στη Βέρνη το 1946 και ο γιος του Φέλιξ ζήτησε να χαραχθούν στον τάφο του τα λόγια του: "Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα, ανήκω τόσο στους νεκρούς όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη."


* Αντίγραφο αυτού του πίνακα βρισκόταν στο σαλόνι μας, πάνω απ' το τζάκι. Μας τον είχε δωρίσει ο Λάζαρος, παιδικός φίλος της μαμάς.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κράτα το σόου Μαϊμού...